βραδύπορος

βραδύπορος
η , ο[ν] , βραδυπόρος, ος , ον
1) идущий медленно; 2) не поспевающий, отстающий (при ходьбе); 3) медлительный, неповоротливый

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "βραδύπορος" в других словарях:

  • βραδυπόρος — βραδυπόρος, ον (AM) μσν. αυτός που βαδίζει αργά αρχ. 1. αργός, νωθρός 2. φρ. «βραδυπόρον πέλαγος» πέλαγος το οποίο διασχίζει αργά το πλοίο 3. (για τροφή) δύσπεπτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < βραδύς + πορος < πόρος «πέρασμα»] …   Dictionary of Greek

  • βραδυπόρος — slow passing masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπορώτερον — βραδυπόρος slow passing masc acc comp sg βραδυπόρος slow passing neut nom/voc/acc comp sg βραδυπόρος slow passing adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπόρον — βραδυπόρος slow passing masc/fem acc sg βραδυπόρος slow passing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπορώτερα — βραδυπόρος slow passing neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπορώτεροι — βραδυπόρος slow passing masc nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπορώτερος — βραδυπόρος slow passing masc nom comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπόρα — βραδυπόρος slow passing neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπόροι — βραδυπόρος slow passing masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπόροις — βραδυπόρος slow passing masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βραδυπόρου — βραδυπόρος slow passing masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»